Κάταγμα καρπού ή πηχεοκαρπικής άρθρωσης
To κάταγμα καρπού είναι o ορθοπαιδικός όρος για έναν σπασμένο καρπό. Ο καρπός αποτελείται από οκτώ μικρά οστά που συνδέονται με τα δύο μακριά οστά του αντιβραχίου που ονομάζονται κερκίδα και ωλένη. Αν και ένα κάταγμα μπορεί να συμβεί σε οποιοδήποτε από αυτά τα 10 οστά, μακράν το πιο κοινό οστό για να σπάσει είναι η κερκίδα. Αυτό ονομάζεται κάταγμα κάτω πέρατος κερκίδας.
Ορισμένα κατάγματα καρπού είναι σταθερά. Τα “μη παρεκτοπισμένα”, στα οποία τα οστά δε μετακινούνται αρχικά από τη θέση τους, μπορεί να είναι σταθερά. Ορισμένα “παρεκτοπισμένα” (τα οποία πρέπει να τοποθετηθούν ξανά στο σωστό μέρος με τη μέθοδο της ανάταξης) μπορεί επίσης να είναι αρκετά σταθερά για θεραπεία σε γύψο ή νάρθηκα.
Άλλα κατάγματα είναι ασταθή. Σε ασταθή κατάγματα, ακόμη και αν τα οστά τοποθετηθούν ξανά στη θέση τους με μια κλειστή ανάταξη, τα κομμάτια των οστών τείνουν να μετακινούνται ή να μετατοπίζονται χωρίς να ‘’κολλάει΄΄ σωστά το κάταγμα στην αρχική του θέση. Αυτό μπορεί να κάνει την άρθρωση του καρπού να είναι στραβή και να μην αποκτήσει ποτέ ξανά τη σωστή λειτουργία και κίνησή της.
Ορισμένα κατάγματα καρπού είναι πιο σοβαρά από άλλα.
Τα ανοικτά κατάγματα που διασπούν την επιφάνεια της άρθρωσης, τα μαλακά μόρια και εξέρχονται από το δέρμα μπορούν να προκαλέσει αυξημένο κίνδυνο μόλυνσης στα οστά.
Τα κατάγματα καρπού που θρυμματίζονται σε πολλά κομμάτια (συντριπτικά) μπορεί να κάνουν το οστό ασταθές.
Επιπλέον, τα ενδαρθρικά κατάγματα (εκτείνονται στην άρθρωση του καρπού) ή εξωαρθρικά (δεν εκτείνονται στην άρθρωση) μπορεί να είναι εξαιρετικά ασταθή.
Αυτοί οι σοβαροί τύποι καταγμάτων καρπού απαιτούν χειρουργική επέμβαση για να αποκατασταθεί η ανατομία και η φυσιολογική λειτουργία της άρθρωσης και να αποφευχθεί μεταξύ άλλων η μετά-τραυματική αρθρίτιδα.